
Ήταν οι εποχές που ήμασταν όλοι χωρισμένοι σε φυλές: τα φρικιά, τα πανκιά, οι νιουγουεβάδες, οι μεταλλάδες, οι φλώροι, οι λαϊκοί. Υπήρχαν κι οι Κνίτες, αλλά αυτοί ήταν από άλλο ανέκδοτο. Τα όρια ήταν αυστηρά και προκαθορισμένα: το ντύσιμο, οι μουσικές, τα στέκια. Αν πάταγες στα μαγαζιά των άλλων είτε σε πλάκωναν στο ξύλο, είτε τα μάζευες κι έφευγες στο πρώτο δεκάλεπτο. Άλλες εποχές τότε.
Ήταν ένα από εκείνα τα βράδια που με την κολλητή μου, ένα βαρύ μέταλλο, μας είχε πιάσει κρίση ειλικρίνειας. Ξέρετε τώρα, δυο δεκαεξάχρονα φρικάκια που έχουν πιει μια – δυο μπύρες παραπάνω και νιώθουν την ανάγκη να βγάλουν τα σώψυχά τους. Ξεκίνησε πρώτη εκείνη λέγοντάς μου ότι με είχε θάψει σε κάτι φίλους. ΟΚ, συμβαίνουν αυτά, της είπα, αν και κατά βάθος ήθελα να της σπάσω τα μούτρα. Σειρά σου, μου λέει μετά από λίγο. Έκανα την καρδιά μου πέτρα και της τα ξεφούρνισα: Ξέρεις κι εγώ σε έχω θάψει στους τάδε, αλλά υπάρχει και κάτι άλλο: «Ακούω Duran Duran». Τι πράγμα;;;; ήταν η αντίδραση της κι εκείνη τη στιγμή ένιωσα τη γη να φεύγει κάτω από τα πόδια μου. Μου έριξε ένα ανηλεές χεσίδι, όχι φυσικά για τα θαψίματα, αλλά για τους σκατόφλωρους Duran Duran και τις μαλακίες που άκουγα στη ζούλα. Είπαμε, άλλες εποχές τότε…